Ο πρώην υπουργός
και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου επισημαίνει μεταξύ άλλων πως η κυβέρνηση
«προφανώς γνωρίζει ότι, αν το Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου κρίνει ότι η
παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου ενώπιον του είναι άκυρη, θα προκύψει μια
κατάσταση μη διαχειρίσιμη πολιτικά από αυτήν».
Ο Ευάγγελος
Βενιζέλος κάνει λόγο για «πολιτικές σκοπιμότητες και ανάγκες» τονίζοντας πως
«σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, πρόταση άσκησης
δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές.Η Βουλή, με απόφασή της
που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών,
συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής
εξέτασης, διαφορετικά η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα
της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει
για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη
πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών». Υποστηρίζει πως για να «αχθεί η
υπόθεση στο Δικαστικό Συμβούλιο και στον αρεοπαγίτη ανακριτή του Ειδικού
Δικαστηρίου, πρέπει να υποβληθεί πόρισμα της επιτροπής και να αποφασίσει η Ολομέλεια
της Βουλής την άσκηση δίωξης».
Με βάση τον
εκτελεστικό νόμο 3126/2003, παρ. 3 του άρθρου 6, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, «η απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης πρέπει να καθορίζει και να
εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει και
λειτουργεί ως άρση της ασυλίας, εάν ο υπουργός έχει και τη βουλευτική ιδιότητα».
«Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η άσκηση ποινικής δίωξης πάσχει από ακυρότητα και αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από το Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, τα πέντε μέλη του οποίου θα κληρωθούν», εκτιμά ο Ευάγγελος Βενιζέλος ο οποίος πιστεύει πως η κυβέρνησης προσπαθεί να κάνει στην επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης και στην ολομέλεια τις ελάχιστεσ διαδικαστικές πράξεις «που δίνουν την εντύπωση ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 86 παράγραφος 3 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παράγραφος 3 του νόμου 3126/2003. Έτσι εξηγείται η θέση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ότι της αρκεί η δικογραφία που διαβίβασε στη Βουλή η Εισαγγελία Λάρισας και με βάση την οποία ασκήθηκε δίωξη για την ίδια υπόθεση στα υπηρεσιακά πρόσωπα που είναι συμμέτοχοι του κ. Τριαντόπουλου».
Επισημαίνει δε
ότι αυτή η «απλουστευμένη», όπως τη χαρακτηρίζει διαδικασία «πρέπει να
καταλήξει σε πόρισμα υπέρ της άσκησης δίωξης για συγκεκριμένες πράξεις και με
βάση συγκεκριμένη ποινική διάταξη. Το πόρισμα αυτό πρέπει να συζητηθεί
(φοβούμαι υπό συνθήκες ακραίας πολιτικής έντασης) στην Ολομέλεια και αυτή να
ψηφίσει μυστικά την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του κ. Τριαντόπουλου με
τουλάχιστον 151 ψήφους. Πρόκειται για προφανή καταστρατήγηση του Συντάγματος, δηλαδή για περιγραφή
του τύπου και για παραβίαση της ουσίας του στο πεδίο της ποινικής δικονομίας
που είναι κατ’ εξοχήν ευεπίφορο σε ακυρότητες που ελέγχονται δικαστικά σε
εθνικό και διεθνές επίπεδο».
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος κάνει λόγο για «εκ του πλαγίου παραβίαση του Συντάγματος» δήθεν «για καλό σκοπό» ώστε «να επιταχυνθεί η παραπομπή στν φυσικό δικαστή».
Ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου θεωρεί πως: «Με τη συγκεκριμένη μεθόδευση θα ασκηθεί τυπική δίωξη μόνο για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος χωρίς κίνδυνο επέκτασης σε άλλα βαρύτερα αδικήματα και σε άλλα πολιτικά πρόσωπα και προσδοκία της κυβέρνησης είναι πλέον η απαλλαγή του κ. Τριαντόπουλου με βούλευμα. Και όλα αυτά για ένα παράπλευρο θέμα και όχι για τον θάνατο των 57 θυμάτων των Τεμπών».
Σε άλλο σημείο
της συνέντευξης, αναφορικά με το ενδεχόμενο να προκύψει ζήτημα άσκησης δίωξης
και κατά άλλου υπουργού για τα Τέμπη, δηλώνοντας σαφώς τον τότε υπουργό
Μεταφορών, Κώστα Καραμανλή, ο Ευάγγελος Βενιζέλος είπε ότι με την αναθεώρηση
του 2001 «διπλασιάστηκε ο χρόνος μέσα στον οποίο η Βουλή μπορεί να ασκήσει
δίωξη κατά υπουργού και ορίστηκε ότι ο χρόνος αυτός είναι το τέλος της δεύτερης
συνόδου της περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Αυτό επί
δεκαετίες μπορούσε να γίνει μέχρι το τέλος της πρώτης συνόδου. Η αλλαγή
θεωρήθηκε από όλα τα κόμματα σημαντική και για αυτό κατοχυρώθηκε συνταγματικά,
ενώ έως τότε το ζήτημα ρυθμιζόταν στον εκτελεστικό νόμο. Με την αναθεώρηση του
2019 και με ευρύτατη πλειοψηφία τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 86 του
Συντάγματος και καταργήθηκε ο χρονικός περιορισμός για την άσκηση της σχετικής
αρμοδιότητας της Βουλής».
Καθώς όμως ο
εκτελεστικός νόμος δεν τροποποιήθηκε, «το αξιόποινο των πράξεων των υπουργών, που
αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης
τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της
αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική
δίωξη κατά του υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν».
Διαβάστε την συνέντευξη του Ευάγγελου Βενιζέλου ΕΔΩ.